- καλλυντικός
- -ή, -ό1. καλλωπιστικός: Η ουσία αυτή είναι καλλυντική.2. το ουδ. ως ουσ., καλλυντικό κάθε είδος καλλωπιστικής συσκευασίας: Αγόρασα καλλυντικά για το πρόσωπο.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.